Κριτικές παρατηρήσεις στον εθνικοσοσιαλιστικό «φυλετισμό»




Η ομιλία, που προσφάτως δόθηκε από τον Αδόλφο Χίτλερ στο Πολιτιστικό Συνέδριο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος στην Νυρεμβέργη, και η οποία αναπαρήχθη από τον Γερμανικό τύπο με τον τίτλο «Εξαγγελία της Ηρωικής Πίστεως», αξίζει κατά την γνώμη μας προσοχή στα στοιχεία τα οποία προσφέρονται προς κατανόηση του περίφημου δόγματος της φυλής, που τόσο σημαντικό μέρος έχει στην ιδεολογία της επαναστάσεως της σβάστικας, ως γνωστόν. Για την ακρίβεια, έχουμε να κάνουμε με επίσημες εκφράσεις του επικεφαλής αυτού του κινήματος, οι οποίες δεσμεύονται να μας εκφέρουν ποιες πτυχές αυτού του δόγματος υιοθέτησε ο εθνικοσοσιαλισμός στον πλέον επίσημο και ασαφή τρόπο. Εδώ θα περιγράψουμε τις βασικές έννοιες, που εξήγησε ο Καγκελάριος Χίτλερ, προσθέτοντας τους ένα σύντομο σχόλιο.  

Το πρώτο σημείο, το οποίο υπογραμμίστηκε ως γενική προϋπόθεση, είναι ένα περίεργο μίγμα φυσιολατρίας και πίστεως στην πρόνοια. Είναι περίεργο, διότι ένας πραγματικά θεολογικός φαταλισμός τοποθετείται στο θεμέλιο ενός ηρωικού οράματος, που μας υπενθυμίζει άμεσα το Προτεσταντικό δόγμα του απόλυτου προορισμού. «Η Πρόνοια», λέει ο Χίτλερ με τόσες πολλές λέξεις, «θέλησε να μην είναι όλοι οι άνθρωποι ίσοι. Καθόρισε ένα πλήθος φυλών και για κάθε μία προσδιόρισε ειδικά χαρίσματα και χαρακτηριστικά, τα οποία δεν μπορούν να αλλάξουν χωρίς την πρόκληση εκφυλισμού και παρακμής.» Αυτός είναι ένας διπλός προκαθορισμός, βιολογικός και ψυχικός ταυτόχρονα. Οι κοσμοαντιλήψεις των διαφόρων φυλών αντιστοιχούν στους ενδογενείς βιολογικούς και μορφολογικούς νόμους, από τους οποίους αυτές περιορίζονται, και οι οποίοι μπορεί κάποιες φορές να είναι εμφανείς, άλλες κρυμμένοι, μα που δεν αλλάζουν ουσιαστικά στο πέρας των αιώνων. Από αυτό ξεκινά ένας πολιτιστικός και πνευματικός πλουραλισμός, ο οποίος στην εποχή του ήρθε σε ανοιχτή σύγκρουση με τις οικουμενιστικές απόψεις, και τονίσθηκε καθολικά από το κόμμα του κέντρου. Κάθε φυλή έχει τις δικές της αλήθειες και κοσμοαντιλήψεις. 

Ο Χίτλερ αμφισβητεί ρητώς ότι είναι δυνατόν να μιλάμε με απόλυτους όρους για το αν μία κοσμοθεωρία είναι ορθή ή λανθασμένη. Μία κοσμοαντίληψη δύναται να κληθεί σωστή ή λάθος μόνο σε σχέση με μία ορισμένη φυλή, τους στόχους της και την θέληση της να ζήσει και να ισχυροποιηθεί. Μία αλήθεια, λέει, «η οποία είναι φυσική σε ένα σύνολο, διότι είναι εγγενής σε αυτό και κατάλληλη για την εκδήλωση της ζωής του, δύναται να σημάνει όχι μόνο σοβαρό κίνδυνο, αλλά το απόλυτο τέλος, υπό διαφορετικές συνθήκες, σε έναν λαό που έχει σχηματισθεί διαφορετικά.» Ο οικουμενισμός και ο διεθνισμός είναι συνώνυμα με την αβεβαιότητα, την παρακμή του ενστίκτου, και την απώλεια της επαφής ενός ατόμου με τις βαθύτερες δυνάμεις του λαού του. Αν μπορούμε να ορίσουμε ως καθολικό το όραμα, στο οποίο όλες οι εθνοτικές διαφορές εισέρχονται σε ένα φυσιοκρατικό και κοσμικό επίπεδο, πέραν του οποίου υπάρχει μία μοναδική αλήθεια και μία υπερ-πολιτική χριστιανική κοινωνία, στην οποία δεν υπάρχουν ούτε Άριοι ούτε Σημίτες, ούτε Ευρωπαίοι ούτε Ασιάτες, και ούτω καθεξής – τότε είναι βέβαια αδύνατο να ορισθεί το δόγμα που εξέθεσε ο Χίτλερ ως «ορθόδοξο», άπαξ και αποδεχθούμε, φυσικά, ότι έχει μελετηθεί και αναπτυχθεί δίχως διανοητικούς συμβιβασμούς. 

Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες κριτικές σκέψεις. Πάνω από όλα μπαίνουμε στον πειρασμό να ρωτήσουμε: αν κάθε αλήθεια συνδέεται με μία φυλή και είναι αληθινή μόνο για αυτήν, εάν η ίδια αλήθεια σύμφωνα με την οποία αυτός ο πλουραλισμός πιστεύεται ότι πρέπει να αναγνωρίζεται ως αληθινός μόνο για μία φυλή, που καθορίζεται από τα δικά της γνωρίσματα, ή αν είναι μία αλήθεια για όλες τις φυλές παγκοσμίως σε υπερ-φυλετικό επίπεδο. Είναι αυτή η ενοχλητική και αντιφατική κατάσταση, στην οποία κάθε μορφή σχετικισμού καταδικάζεται γενικώς. Στην πράξη της διακήρυξης του ως αληθινού, ο σχετικισμός έρχεται να λάβει, τηρούμενων των αναλογιών, τον χαρακτήρα της απολυτότητας και του ουνιβερσαλισμού. Ας αφήσουμε όμως στην άκρη αυτήν την αντίρρηση, η οποία είναι γενικής και θεωρητικής φύσεως. Μία θετική πτυχή πρέπει ασφαλώς να αναγνωρισθεί στην θέση του Χίτλερ: η αντίδραση του ενάντια στον ορθολογισμό, τον Διαφωτισμό και τους δημοκρατικούς μύθους της παρακμής. 

Το δόγμα της φυλής είναι θετικής αξίας, στον βαθμό που υποδηλώνει την υπεροχή της ποιότητας έναντι της ποσότητας, την διαφοροποίηση έναντι της αμορφίας, του οργανικού έναντι στο μηχανικό, και ιδιαίτερα στο μέτρο που προτείνει το ιδεώδες μιας βαθιάς και ζωντανής ενότητας ανάμεσα στο πνεύμα και τη ζωή, την σκέψη και τη φυλή, τον πολιτισμό και το ένστικτο. Παρόλα αυτά, ένα παρόμοιο ιδανικό - όσον αφορά το περιεχόμενο- εξακολουθεί να παραμένει απροσδιόριστο. Δεύτερον, το ιδανικό αυτό είναι κάτι που, για να είναι έγκυρο, πρέπει να απελευθερωθεί τόσο από το μοιρολατρικό του υπόβαθρο όσο και από το φυσιοκρατικό του στοιχείο.   
       
Αναφορικά με το πρώτο σημείο, αποδεχόμενοι το έργο μιας δημιουργικής συνθέσεως μεταξύ στην έμφυτη ιδέα της φυλής και στις υλικές συνθήκες που επιβάλλονται  αυτήν, όλοι οι τρόποι προς μία κρυστάλλινη συμμόρφωση προς τον στόχο- kristallklar effüllten Zweckmässigkeit- δεν είναι ίδιοι με την λύση του θεμελιώδους προβλήματος: ποιο περιεχόμενο, κατά περίπτωση, πρέπει να είναι ενεργό σε αυτήν την σύνθεση; Πώς να αναγνωρίσουμε ποιος είναι ο σκοπός της αυτής φυλής, και ως εκ τούτου «αληθινός», και όχι μίας άλλης; Εδώ ο Χίτλερ φαίνεται να τείνει προς μία πραγματιστική λύση – η οποία είναι πρακτική και εμπειρική – όταν λέει πως είναι δύσκολο να κυβερνήσεις σύμφωνα με την ορθότητα ενός συγκεκριμένου οράματος, που είναι ορθό να ισχύει για μία συγκεκριμένη φυλή, εκτός της βάσεως των συνεπειών και των αποτελεσμάτων που θα έρθουν ανάμεσα στους άνδρες που το ανέλαβαν. Αυτή η άποψη καθίσταται προβληματική και, θα δυνάμεθα να πούμε, «πειραματική». Ο περίφημος προορισμός από την πλευρά της «Πρόνοιας» γίνεται εδώ μύθος, ο οποίος εξυπηρετεί, στην καλύτερη περίπτωση ως «δύναμη-ιδέα», δηλαδή ενισχύει υποδηλωτικά μία δεδομένη κατεύθυνση ή πειθώ. Τίποτα δεν έχει ειπωθεί, αντικειμενικά, σχετικά με ένα κριτήριο που δύναται να δικαιολογήσει a priori και επακριβώς μία δεδομένη αποστολή ή «αλήθεια» σε μία δεδομένη φυλή.

Είναι λίγο περίεργο που ο Χίτλερ συλλαμβάνει τον ίδιο τον ηρωισμό, ως δεδομένο. Όπως ακριβώς οι γάτες και οι ελέφαντες γεννούν τους απογόνους του ίδιου είδους τους, και κάθε είδος έχει τα δικά του χαρακτηριστικά, έτσι και οι ήρωες ή οι μη ήρωες θα γεννήσουν ηρωικούς ή μη ηρωικούς απογόνους. Ο ηρωικός άνδρας, δρα και σκέπτεται ηρωικά λόγω της φύσεως και των φυλετικών γνωρισμάτων του, ή έστω λόγω του προορισμού του, όχι εξαιτίας μίας ελεύθερης εσωτερικής δράσεως. Ο Χίτλερ είπε επίσης ότι κάθε πράξη που δεν συμμορφώνεται στο εθνοτικό και πνευματικό γνώρισμα, είναι μόνο παρακμή. Έτσι ώστε, για παράδειγμα, σε κάθε φυλή προορισμένη να μην είναι ηρωική, κάθε προσπάθεια να σταθεί μία ηρωική αλήθεια και κάποιος προσωπικά να αναδειχθεί ηρωικώς, να είναι παρακμιακή. Υπάρχει ένα επιπλέον ζήτημα. Ένα θεμελιώδες σημείο είναι η διαφορά του «Αρίου και Βόρειου» ανθρώπου από τον άνθρωπο των άλλων φυλών. Αυτό το σημείο δεν ξεκαθαρίζεται από τον Χίτλερ – τουλάχιστον όχι στο περιεχόμενο του λόγου που εξετάζουμε εδώ - στο βαθμό που εκείνος απλώς περιγράφει, ως χαρακτηριστικό του «Βόρειου και Άριου ανθρώπου», τα γνωρίσματα της παραγωγής «μιας καθοριστικής συνθέσεως μεταξύ των καθηκόντων που έχουν τεθεί ενώπιον του, τους στόχους του και του δεδομένου υλικού», τόσο στην αρχαία όσο και τη σύγχρονη εποχή, με το ελεύθερο δημιουργικό του πνεύμα. 

Για την ακρίβεια αυτή η διαφορά μειώνεται στην διαφορά ανάμεσα σε ανθρώπους, οι οποίοι γνωρίζουν πώς να εννοούν οργανικώς την φύση τους μέσα στον δικό τους τρόπο ζωής και σε αυτούς που δεν γνωρίζουν. Αλλά δεν υπάρχουν, μήπως, διαφορετικοί τρόποι ζωής; «Κλασσικά» η συνειδητοποίηση κάποιου τρόπου λειτουργίας της υπάρξεως δύναται να επιτευχθεί στην βάση χαρακτηριστικών που δύναται να είναι ελληνικά ή εβραϊκά, ιαπωνικά ή γερμανικά. Η έννοια παραμένει απροσδιόριστη και τα χαρακτηριστικά του περίφημου «Βόρειου και Άριου ανθρώπου» παραμένουν ασαφή. Πιο θετικώς, ο Χίτλερ υπονοεί μίαν αντίθεση λόγω μιας εμφύτου κλίσεως σε ορισμένες φυλές να υπερβούν το φυσιολογικό στοιχείο, το πρωτόγονο υπόστρωμα της υπάρξεως, προκειμένου να μετασχηματίσουν τα γενικά γνωρίσματα της ζωής του κάθε ενός. Έχει μετά βίας αγγίξει οτιδήποτε εμπνεόμενο από τον «υπερφυσικό» και «διπλό-γεννημένο» (dvija) χαρακτήρα που ανήκε στον άριο σε αντίθεση με τον ασύριο των αρχαίων παραδόσεων, τον «σκοτεινό» άνθρωπου που κατέχεται από το «δαιμονικό» στοιχείο της φύσεως. 

Επιπλέον, τίθεται ένα περαιτέρω ερώτημα από την κριτική οπτική μας. Δεδομένου ότι Χίτλερ δεν σκέφτεται να ανυψώσει όσους μπορούν να μάθουν απευθείας τα προνοητικά σχέδια της Θείας Πρόνοιας να θέσει τους σκοπούς και τα πεπρωμένα, δεδομένου αυτού, όπως είδαμε δεν υπάρχει κανένα κριτήριο για έναν a priori καθορισμό του πνευματικού στοιχείου, που μία φυλή θα έχει να επιτύχει δημιουργικώς – υπάρχει ο κίνδυνος να καταλήξει όλο αυτό σε καθαρό νατουραλισμό, και ως εκ τούτου, σε υλισμό. Εννοούμε ότι μπορούμε πάντοτε να υποπτευόμαστε ότι, αντί για μία δημιουργική και ηρωική προσκόλληση της φυλής στην ιδέα, θα υπάρξει μία απλή υποταγή της ιδέας, σε αυτό που ορίζεται ως φυλή. Με άλλα λόγια, η απλή ιδιοσυστασία, αυτή που βρέθηκε να υπάρχει φυσιολογικά ή ακόμα (σε εμπειρική  σημασία) και ιστορικά, και ό,τι αυτή αποκτά με μία βίαιη για ύπαρξη και ενδυνάμωση θέληση, θα μπορούσε να γίνει το μόνο κριτήριο βάσει του οποίου η συγκεκριμένη φυλή θα αποφασίσει για την αλήθεια και την εγκυρότητα του συνόλου των στοιχείων σε ένα υψηλότερο επίπεδο, μετα-βιολογικό, πνευματικό ή πολιτιστικό.

Θέλουμε να υπογραμμίσουμε την σημασία αυτής της εκτιμήσεως, η οποία τονίζει τον ύφαλο στον οποίο θα μπορούσε να καταλήξει ο φυλετισμός. Ειδικά στον σημερινό κόσμο, με την απελευθέρωση δυνάμεων ενός κατώτερου και συλλογιστικού χαρακτήρα σε κάθε μεριά, είναι ουσιώδες να θεωρήσουμε το δίλλημα: Είναι το πνεύμα αυτό που δίνει μορφή σε μία φυλή (συγκεκριμένα στο έθνος) ή είναι η φυλή (το έθνος) αυτό που δίνει μορφή στο πνεύμα; Ακόμα πιο συνοπτικά: καθορισμός από τα κάτω ή καθορισμός από τα πάνω; Άτομα που πιστεύουν ότι υπάρχει κάτι παραπλανητικό και αινιγματικό σε αυτήν την αντιπαράθεση, αγνοούν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του σύγχρονου πολιτικού ορίζοντα.

Όπως έχουμε ήδη δείξει σε άλλες περιπτώσεις σε αυτό το περιοδικό, υπάρχουν δύο διακριτοί τύποι φυλετισμού και εθνικισμού. Ο ένας είναι πνευματικός, ο άλλος υλιστικός και ανατρεπτικός. Το γεγονός ότι και οι δύο συνιστούν μία αντίθεση στην δημοκρατική και διεθνιστική ισοπέδωση και τη λιμπεραλιστική αποσύνθεση δεν θα πρέπει να μας οδηγήσει στην εν τέλει σύγχυση τους. Στην μία περίπτωση, έχουμε την ανάδυση ενός προ-προσωπικού (και ως εκ τούτου σύμμικτου) υποστρώματος ενός δεδομένου αποθέματος, στο οποίο η «φυλετική ψυχή» αποκτά ένα μυστικό φωτοστέφανο, που διεκδικεί για τον εαυτό του το κυριαρχικό δικαίωμα και δεν αναγνωρίζει καμία αξία στο πνεύμα, τον διαννοουμενισμό και τον πολιτισμό εκτός του μέτρου όπου αυτά μεταμορφώνονται σε εργαλεία στην υπηρεσία της πρόσκαιρης και πολιτικής οντότητας. Στην περίπτωση αυτή, η φυλή και το έθνος πράγματι εγκαθιδρύουν  έναν αποσαρθρωμένο πλουραλισμό και δημιουργούν μία πληθώρα ανταγωνιστικών αντιλήψεων, οι οποίες από τη φύση τους δεν δύναται να αποδεχθούν ένα υψηλότερο ή ενιαίο σημείο αναφοράς. Αυτό συμβαίνει όταν ο φυλετισμός αποκτά μία έννοια που είναι εθνοτικά και κολεκτιβιστικά εξαρτημένη, η οποία όπως έχουμε πει βρίσκεται σε αναπόφευκτη αντίθεση με οποιοδήποτε οικουμενικό όραμα, όπως επί παραδείγματι αυτό του Καθολικισμού. 

   Όμως τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά όταν το έθνος και η φυλή είναι παρόντα πραγματικά κι όχι ρητορικά, ως πνευματικές και υπερβατικές έννοιες, όταν αυτό που βρίσκεται στο κέντρο δεν είναι πλέον το αίμα ή η κοινοτική ψυχή, ούτε η παράδοση στην χυδαία εμπειρική έννοια της, ούτε η βίαιη θέληση για επιβίωση και δύναμη της ομάδας. Όχι! Είναι ακριβώς μία ιδέα, όπως περίπου μία καθοριστική δύναμη από ψηλά. Αυτό δεν είναι το μέρος – και ούτως ή άλλως έχουμε ήδη γράψει εκτενώς περί αυτού στα βιβλία – αλλά μπορούμε τουλάχιστον να επισημάνουμε ότι αυτός ο χαρακτήρας βρίσκεται σε κάθε ανώτερο τύπο πολιτισμού και παραδοσιακού κράτους στην αρχαιότητα, ιδιαίτερα δε ανάμεσα στους Αρίους λαούς. Στην περίπτωση αυτή, η ορθότητα του φυλετισμού περιορίζεται σε αυτό το σημείο: αναγνωρίζοντας ότι η διαμορφωτική δράση των δυνάμεων που είναι υπεράνω της φύσεως και επί της φύσεως αυτής – δηλαδή το στοιχείο που είναι φυσιοκρατικό και βιολογικά διαμορφωμένο – πρέπει να είναι τόσο βαθιά ώστε να μεταφράζεται σε μία ορισμένη κληρονομικότητα και έναν  ορισμένο «τρόπο» ή «μορφή» ζωής που είναι κοινή σε μία ορισμένη ομάδα. Παραμένει εξίσου σαφές, ότι αυτή η μορφή κληρονομικότητας ή τρόπου ζωής, δεν μπορεί να εξηγηθεί καθαυτή, δεν έχει δικές της αρχές από μόνη της και δεν είναι απλώς ένα «σημείο αναφοράς», όπως μπορεί να ισχύει για τα χαρακτηριστικά ενός ζωικού είδους. Είναι μάλλον εμφανίσεις και σχεδόν σημεία και συνειδήσεις μίας κατάκτησης και μίας υψηλότερης δύναμης.   
Ο Χίτλερ έγραψε, «Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι βρήκαν εαυτούς τόσο κοντά στους Γερμανούς διότι έχουν τις ρίζες τους σε μία ενιαία θεμελιακή φυλή, για αυτό τον λόγο οι αθάνατες δημιουργίες των αρχαίων λαών γεννούν μία έλξη στους απογόνους τους, που είναι φυλετικά συγγενείς με αυτούς». Σε εμάς φαίνεται, από την άλλη μεριά, ότι αυτή η ίδια ερώτηση πρέπει να οδηγήσει σε κάτι πέρα από έναν απλό φυλετισμό. Συγκεκριμένα, οι Γερμανοί και οι Ρωμαίοι συμφώνησαν μεταξύ τους και κατανόησαν ο ένας τον άλλον – και δημιούργησαν τον ισχυρότερο τύπο πολιτισμού που γνώρισε ποτέ η Ευρώπη – σε μία περίοδο, τους αυτοκρατορικούς Μέσους Χρόνους, που κυριαρχούνταν όχι από ρατσιστικό συγκεκριμενισμό, αλλά από μία οικουμενική ιδέα. Ο Μεσαίωνας μας δείχνει ένα από τα πιο ευδιάκριτα παραδείγματα μίας υπερ-πολιτικής και υπερ-εθνικής ενότητας, η οποία δρούσε σχηματικά εκ των άνω και σύμφωνα με μία απλή αρχή, μακριά από εθνοτικούς εγωισμούς και εθνικιστικές παραμορφώσεις, και κατέληγε να εφαρμόζεται σε διαφορετικές φυλές σε διαφορετικές μορφές, αλλά επίσης να δημιουργήσει μέσω μίας στενής συνάφειας πνεύματος, ένα σώμα, ένα θαυμάσιο και μεγαλοπρεπές ordinatio ad unum[1], στο οποίο το άτομο δεν κατέληγε απογοητευμένο αλλά πνευματικά ολοκληρωμένο.[2]
Από όσο έχουμε μελετήσει, όχι μόνο τα γραπτά του Χίτλερ, αλλά επίσης τα γραπτά των κυριότερων εθνικοσοσιαλιστών ιδεολόγων, δεν είναι ξεκάθαρο ακόμα σε εμάς εάν, στην τελική περίπτωση, η βαθιά ψυχή της παρούσας επαναστατικότητας της σβάστικας προσανατολίζεται προς την μία ή την άλλη από τις δύο κατευθύνσεις που αναλύσαμε παραπάνω. Το θεμελιώδες πρόβλημα της Ευρώπης για εμάς στο μέλλον φαίνεται να είναι το ακόλουθο: να ξεπεράσουμε την διεθνιστική κατάρρευση και να επανεγκαταστησουμε τις αρχές της ποιότητας, της φυλής και της διαφορετικότητας, με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην καταλήξει στον πλουραλισμό κλειστών ενώσεων και ιδεών που περνούν στην εκδούλευση υλικών και εμπειρικών πολιτικών, αλλά αντίθετα με έναν τρόπο που αφήνει ανοικτή την πιθανότητα του σχηματισμού μίας οικουμενικής, υψηλότερης πραγματικότητας, κατάλληλη να ενώσει τα έθνη κατά πνεύμα, με έναν ανδροπρεπή τρόπο, δίχως να τα συγχέει κατά σώμα. Το μέλλον θα μας πει σε τι κατεύθυνση θα καταλήξει η Γερμανική παλινόρθωση να προσανατολίσει τον εαυτό της. Προς το παρόν, είναι σαφές ότι, στο βαθμό που ο φασισμός συνδέθηκε άρρηκτα με την ιδέα του έθνους και απόθεσε μία υψηλότερη καθολική ιδέα – αυτή της Ρώμης – έχει ήδη τοποθετήσει αποφασιστικώς το σύμβολο, το οποίο δύναται να έχει μία θετική αξία στο εύρος του προβλήματος που συζητήσαμε.




[1] «Προσανατολισμός προς το Εν», δηλαδή τον Θεό. Αυτή η έννοια, που περιγράφηκε αρχικά από τον Άγιο Αυγουστίνο, υπήρξε από τις βασικές αρχές της χριστιανικής και πολιτικής σκέψεως κατά τον Μεσαίωνα.
[2] Εδώ παρατηρείται μία αντίφαση, καθώς σε άλλο σύγχρονο κείμενο του ο συγγραφέας υποστηρίζει την ακριβώς αντίθετη άποψη αναφορικά με τον Μεσαίωνα, βλ. Εξέγερση ενάντια στο Σύγχρονο Κόσμο, «Χριστιανισμός: Ιστορική λειτουργία και Πνεύμα». Εκεί ο Έβολα υποστηρίζει ότι η οικουμενικότητα της χριστιανικής εποχής (του Μεσαίωνα) υπήρξε ουσιαστικά αντιπαραδοσιακή και αντίθετη προς την Ρωμαϊκή οικουμενική ιδέα! Πρέπει να σημειώσουμε ότι οι αντιφάσεις ως προς το θέμα του χριστιανισμού, από τον συγγραφέα, είναι ουκ ολίγες καθώς άλλοτε αναγνωρίζει την αυθεντική παραδοσιακότητα και άλλοτε τον εκφυλιστικό χαρακτήρα αυτού. Κατά την άποψη μας αυτό πρέπει να θεωρηθεί απόρροια των προσωπικών αιρετικών (ερμητικών και γνωστικών) πεποιθήσεων του φιλοσόφου, οι οποίες τον οδηγούν σε πολεμική στάση απέναντι στη Χριστιανική Εκκλησία. Βεβαίως αυτό υπήρξε ένα από τα κυριότερα εσφαλμένα σημεία του, καθώς από την μελέτη των κειμένων του αρχέγονου χριστιανισμού προκύπτει τόσο ο παραδοσιακός χαρακτήρας όσο και η γνήσια εσωτερική παράδοση του χριστιανισμού. Δεν είναι τυχαίο πως, από όλους τους εκπροσώπους της λεγομένης «Παραδοσιακής Σχολής», μόνον ο Έβολα αμφισβητεί το παραδοσιακό στοιχείο του Χριστιανισμού. Αυτό φυσικά δεν μειώνει το κύρος του κατά τα άλλα πλουσιότατου έργου του ή την εγκυρότητα των θέσεων του ως προς άλλα ζητήματα.  



Ν.Α

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Το Δημόσιο Χρέος επί Γεωργίου Παπαδοπούλου (1967-1973): H Aλήθεια και η Παραποίησή της

Η απάτη του Αμίρ μέσα από τις επίσημες σελίδες του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής

Οικονομική μετανάστευση υπό το πρίσμα των πολιτικών ιδεολογιών